Μεταφράζοντας στο Πρόγραμμα Φιλοξενίας GreekLit στη Βίτσα

«Δεν συνέβη καμία μεταβολή στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού να αποδώσω αυτή τη διάθεση που αισθάνομαι απόψε να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες επάνω στο χαρτί. Δεν αισθάνομαι καμία κλίση στην φιλολογία – ούτε είμαι ερωτευμένος».
Είναι οι περίφημες πρώτες φράσεις του „Λεμονοδάσος“ του Κοσμά Πολίτη. Και ενώ ο Παύλος που τις γράφει στο ημερολόγιό του είχε κάποιο λόγο να ξεκινήσει με τρία απανωτά «δεν» και ένα «ούτε», εγώ νιώθω ευτυχισμένη να πω το αντίθετο: συνέβη μια μεγάλη μεταβολή στη ζωή μου, ξέρω που να αποδώσω τη διάθεση να δω τις σκέψεις (του Κοσμά Πολίτη) αραδιασμένες επάνω στο χαρτί. Αισθάνομαι κλίση στη φιλολογία. Και φυσικά και είμαι ερωτευμένη – στη μετάφραση πάντα, και αυτή τη στιγμή στο «Λεμονοδάσος».
Συνέβη μια μεταβολή στη ζωή μου: πρώτη φορά έχω ένα δικό μου δωμάτιο για να γράφω και να μεταφράζω (τελικά, είχε δίκιο η Βιρτζίνια Γουλφ!). Βρίσκομαι στο χωριό Βίτσα της Ηπείρου, στο πρώτο Πρόγραμμα Φιλοξενίας που διοργανώνον το όλο και πιο δραστήριο Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού. Εδώ βρήκα ησυχία, έμπνευση, υποστήριξη (μια αληθινή «ένεση εμπιστοσύνης», όπως λέει και η Έρση Σωτηροπούλου, που από φέτος διαβάζουμε στα βουλγαρικά, με τα διηγήματά της «Να νιώσεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα» (Πατάκη 2011, List Publishing 2026). Και όλα αυτά με τέσσερις υπέροχους φιλόλογους και συναδέλφους στον χώρο της μετάφρασης. Αυτή τι στιγμή, δίπλα μου, η βραβευμένη για το πλούσιο μεταφραστικό έργο της Άντζελα Μπράτσου μεταφράζει στα ρουμανικά το διήγημα του Θανάση Βαλτινού «Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο». O κλασικός φιλόλογος και νεοελληνιστής Χέρο Χόκβερντα μεταφράζει στα ολλαντικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ο κλασικός φιλόλογος και δοκιμιογράφος Φραντσέσκο Κολαφέμινα μεταφράζει στα ιταλικά το μυθιστόρημα «Ο μεγάλος ύπνος» του Μ. Καραγάτση. Η Δέσποινα Α. Παπαγιαννοπούλου, επίσης μεταφράστρια, επιμελήτρια και διορθώτρια, και τώρα υπάλληλος του ΕΛΙΒΙΠ, είναι αυτή που πρώτα ακούει κάθε απορία μου και με βοηθάει με εύστοχες συμβουλές (από το σε τι συμφραζόμενα βρίσκουμε και σήμερα την «Κολυμβήθρα του Σιλωάμ», υπήρχε ή όχι στα χρόνια του Κ. Πολίτη Λέσχη «Στούντιο» στην Αθήνα, και πολλά άλλα).


Δεν ξέρω τι να πω για μένα. Είμαι μεταφράστρια, είμαι δασκάλα, εγγονή ενός μεγάλου δασκάλου και κόρη μιας τρυφερής δασκάλας, τώρα διδάσκω νεοελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας και σε ένα υπέροχο Κέντρο Ελληνικής Гλώσσας και Пολιτισμού, είμαι αρχισυντάκτρια ενός ψηφιακού περιοδικού για τα γράμματα και τον πολιτισμό, αλλά, πρώτ’ απ΄ όλα, είμαι αναγνώστρια. Διαβάζω με απληστία, ήταν πάντα το καταφύγιο μου, λαχταρώ τη μετάφραση. Δε θυμάμαι τι ήθελα να γίνω στα παιδικά χρόνια, δεν είπα ποτέ «θέλω να γίνω μπαλαρίνα, να είμαι ηθοποιός», ή κάτι άλλο. Το πρώτο μεγάλο όνειρο που είχα, τριτοετής φοιτήτρια, ήταν να γίνω μεταφράστρια. Μικρή ήμουν (και εδώ ταυτίζομαι με την αγαπημένη μου λογοτεχνική ηρωίδα – από τη νουβέλα του Θοδωρή Γκόνη κάποια στιγμή θα μάθετε ποιος είμαι», τον οποίο ξέρουμε στη Βουλγαρία με τη συλλογή διηγημάτων «Το μαύρο φόρεμα του κόρακα» (Άγρα 2021, Stefan Gechev 2024) και την ποιητική συλλογή «Βουνό είναι κι η θάλασσα») πολύ συνεσταλμένη, ανέπτυξα μια ταχυλογία της ντροπής ή και της συγκίνησης, είχα πού και πού και ένα τραύλισμα. Γι’ αυτό δε μιλούσα πολύ. Αλλά έμαθα και ήξερα «να ακούω με το αυτί της καρδιάς». Μετά – και να διαβάζω με ανοιχτή καρδιά.
Τα πρώτα έργα που ονειρεύτηκα να μεταφράσω ήταν τα τελευταία δοκίμια του Οδυσσέα Ελύτη «2х7 ε», το μυθιστόρημα «Η μεγάλη πράσινη» της Ευγενίας Φακίνου και το «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη. Ήταν τα πρώτα που πήρα, με τα λίγα δικά μου χρήματα, τις πρώτες φορές που επισκέφτηκα την Ελλάδα. Εντελώς τυχαία. Ούτε ήξερα καλά καλά τους συγγραφείς και τα έργα τους, ήμουν δευτεροετής, δεν κάναμε ακόμα νεοελληνική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Με αναστάτωσαν και τα τρία, με διαφορετικό τρόπο το κάθε ένα, αλλά πολύ βαθιά όλα. Από τα τρία μετέφρασα τη «Μεγάλη πράσινη» της Ευγενίας Φακίνου (Καστανιώτη 1994, Riva Publishing 2022). Μου πήρε πάνω από 15 χρόνια να βρω ένα φιλόξενο βουλγαρικό εκδοτικό οίκο για το σπουδαίο αυτό έργο. Δυστυχώς, δε γνωριζόμαστε καλά, από λογοτεχνική άποψη, στη Βουλγαρία μεταφράζονται ελάχιστα σύγχρονα ελληνικά έργα. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…

Τώρα μεταφράζω το «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη. Δε θα τολμούσα χωρίς την ενθάρρυνση της Αγγέλας Καστρινάκης και την καταπληκτική σειρά «Παλαιά κείμενα, Νέες αναγνώσεις» των Πανεπιστημιακών Εκδώσεων Κρήτης» Παραπατώντας και σκοντάφτοντας, σέρνω τις μεγάλες φτερούγες της ελπίδας ότι θα το κάνω σωστά. Γιατί θέλω να το μεταφράσω; «Ίσως δεν υπάρχει πιο δροσερό και ταυτόχρονα πιο πολύπλοκο έργο από το Λεμονοδάσος σε όλη τη νεοελληνική γραμματεία» λέει η Άγγελα Καστρινάκη στην εκτενή, και πολύτιμη για μένα, μελέτη της «Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας: ένα ταξίδι στους μύθους και στα σύμβολα του Λεμονοδάσους». Μια μελέτη που με βοηθάει πολύ στη δουλειά μου, όπως και η ίδια η Α. Καστρινάκη (που ήρθε και στη Βουλγαρία, στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας να παρουσιάσει μια σειρά διαλέξεων) – η ενθάρρυνση και η εμπιστοσύνη που μου έχει – και μακάρι να σταθώ στο ύψος τους – είναι το έναυσμα που χρειαζόμουν για να ξεκινήσω τη μετάφραση.

Στην επιφάνεια το «Λεμονοδάσος», ναι, είναι όπως λέει η Α. Κ., μια γοητευτική ερωτική ιστορία. Αλλά μετά αρχίζει το μεγάλο ταξίδι, ανοίγουν οι δαίδαλοι στην πορεία της αφήγησης, φωτίζοντας κάθε φορά ένα διαφορετικό ψήγμα ενός καταπληκτικού κυκεώνα σκέψεων, παθών και γεγονότων. Είναι λιτό και υπαινικτικό κείμενο, γεμάτο σύμβολα και αμφισημία, πολλά διακείμενα, μερικές ρητές αναφορές, αλλά περισσότερες κρυπτές παραπομπές. Και το πιο βασικό – είναι ένα κείμενο που μας μιλάει ακόμα. Το μυθιστόρημα μας μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο, για την πτώση και τη σωτηρία, για έρωτες, αξίες και οράματα, για έναν κόσμο που τον διέπουν το κυνήγι του χρήματος και της ηδονής, για την άρνηση της συνήθειας και της συμβατικότητας, για το δικαίωμα στο όνειρο και πολλά άλλα.
Και, αν έχουμε το δικαίωμα, το δικό μου όνειρο είναι να δω το «Λεμονοδάσος» στα χέρια του Βούλγαρου αναγνώστη.

Υ. Γ. «Με πονάει το κεφάλι μου και το σύμπαν», έγραψε κάποτε ο Φερνάντο Πεσσόα. Έτσι με πονάει και εμένα κάθε λέξη. Δουλεύω αργά και με πονάνε οι λέξεις. Μεταφράζω μόνο έργα που αγάπησα κι έτσι ο πόνος γίνεται εφιάλτης. Οι σχέση μου με τις λέξεις δεν είναι απλά απολαυστική (όταν διαβάσζω), ούτε ψυχολογική (όταν σκέφτομαι το πώς και γιατί κάθε λέξης στην απόδοση στη μητρική μου γλώσσα). Ίσως ακουστεί παράξενο, αλλά καταλαβαίνω, νιώθω τις λέξεις σωματικά.
Ένα παράδειγμα. Μεταφράζοντας ένα άλλο κείμενο, συναντούσα επανειλημμένως τη λέξη „χάδι“. Εύκολο πράγμα στη μετάφραση, θα έλεγε κανείς, έχουμε βέβαια αντίστοιχη λέξη στα βουλγαρικά. Έγω όμως νιώθω αυτή τη λέξη στο συγκεκριμένο διήγημα με ένα πολύ βαθύ σωματικό τρόπο, που οφείλετε όχι μόνο στην επίδραση της συγκεκριμένης εικόνας στο διήγημα, αλλά και στον σχηματισμό των ήχων στα ελληνικά. Πώς να μεταφράσω όμως αυτή την (σωματική) αίσθηση; Τα ελληνικά „χ“ και „δ“ δεν τα έχουμε εμείς στη βουλγαρική γλώσσα. Για το ελληνικό „χ“ η γλώσσα ακουμπά με την πίσω πλευρά τη μαλακή υπερώα του στόματος, πιο πίσω στο στόμα δεν παράγονται νεοελληνικοί φθόγγοι. Το „χ“ στο „χάδι“, όπως το νιώθω, βγαίνει σαν μια επιθυμία κρυμμένη στα σπλάχνα του πρωταγωνιστή. Το βουλγαρικό „χ“ όμως δε σχηματίζεται τόσο βαθιά στο στόμα, είναι πολύ διαφορετικός ήχος. Μετά το „δ“ – όταν το προφέρουμε, η γλώσσα μας ακουμπά ελαφρώς στην υπερώα, εμποδίζοντας προσωρινά, για μια στιγμή μόνο, τον αέρα να περάσει. Έτσι ήταν και το χάδι σε εκείνο το διήγημα – η επιθυμία ερχόταν από τα βάθη της καρδιάς, όπως το „χ“, και ήταν κάτι που ο πρωταγωνιστής είχε για πολύ λίγο στη ζωή του, όπως το „δ“. Αρρώστησα όταν συνειδητοποίησα πώς δε διαθέτω κανένα φιλολογικό εργαλείο έτσι ώστε να αποδώσω την ίδια ακριβώς αίσθηση που είχα ως αναγνώστρια του διηγήματος στα ελληνικά, απλά στα βουλγαρικά δεν έχουμε ήχους που να σχηματίζονται και να ακούγονται με τον ίδιο τρόπο. Και αυτός ο βαθύς πόνος του πρωταγωνιστή χάθηκε, τουλάχιστόν φωνητικά, για πάντα. Και με πόνεσε.
Όσο και να με πονά όμως (το σύμπαν και κάθε λέξη), η αγάπη για τα ελληνικά γράμματα και για την ίδια τη διαδικασία της μετάφρασης υπερβαίνουν κάθε δυσκολία. Στο τέλος πάντα μένει η ευχαρίστηση ενός νέου βιβλίου, μιας νέας γέφυρας προς άλλη λογοτεχνία, προς έναν ολόκληρο καταπληκτικό κόσμο. Τώρα ο κόσμος, για μένα, είναι ένα δάσος – βαθύ και πανέμορφο.
Подарете си вдъхновение
Най-интересните статии от изминалата седмица ви очакват! Всяка Неделя сутрин във Вашата пощенска кутия.